Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

«ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ» ή ΔΕΞΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ;

Α. Η γενικευμένη σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα πολιτική σκληρής λιτότητας, η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, ο νέος νόμος τερατούργημα για το ασφαλιστικό υλοποιούν την κήρυξη καθολικού πολέμου του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία για την αντιμετώπιση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.

Β. Την ανάπτυξη ενός πρωτόγνωρου κύματος απεργιών και κινητοποιήσεων με αποκορύφωμά την απεργιακή κινητοποίηση της 5ης Μαΐου ακολούθησε η υποχώρηση που υποδηλώνει ότι το εργατικό κίνημα δεν μπόρεσε να πάρει επιθετικά πολιτικά χαρακτηριστικά μέσα από ένα ανατρεπτικό πολιτικό περιεχόμενο και μορφές πάλης. Η Αριστερά, λειτουργώντας ως μηχανισμός ενσωμάτωσης της λαϊκής αντίστασης στην ηγεμονία του κεφαλαίου, στοίχησε τους εργαζόμενους πίσω από τη γραμμή ήττας των ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ, θέτοντας ως ζήτημα κοινοβουλευτικής διαχείρισης την ανατροπή του ασφαλιστικού (ΚΟΕ, Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής κ.ά. «βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μην ψηφίσετε»), ή κάνοντας επίκληση στα «παραθυράκια» της αστικής δημοκρατίας (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δημοψήφισμα), ή θεωρώντας ως δεδομένη την καθολική νίκη του κεφαλαίου (τα μέτρα θα περάσουν οπότε ας συσσωρεύσουμε όρους για την κατά ΚΚΕ «λαϊκή οικονομία-εξουσία» του μέλλοντος).

Γ. Μέρος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (με πρωτοστατούντα στελέχη του ΝΑΡ και της ΑΡΑΝ) επιστρέφει στη συγκυρία αυτή στα ιστορικά χρεοκοπημένα σενάρια ενότητας και κοινής δράσης της Αριστεράς. Στην πρώτη τους «έκκληση» στις 6/7 οι υπογράφοντες για το «αριστερό βήμα διαλόγου» ξεκαθαρίζουν τις επιδιώξεις τους: «Με όρους συλλογικού ηγεμόνα και οργανωτή, να διευκολύνουν… τις κοινωνικές διεργασίες». Ενότητα με τη ρεφορμιστική Αριστερά από τα πάνω και έξω από κινηματικούς όρους είναι πάντα ενότητα ηγεμονευόμενη από τον ισχυρότερο πόλο, δηλαδή το ρεφορμισμό.

Δ. Η «πρωτοβουλία αριστερών οικονομολόγων» θέτοντας ως πλαίσιο πάλης αιτήματα αριστερού κεϋνσιανισμού αποτέλεσε το βασικό πολιτικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο πάτησε και το «αριστερό βήμα διαλόγου», το οποίο αποτελεί τον εν δυνάμει ρεφορμιστικό φορέα στήριξης του πλαισίου που έθεσαν οι «αριστεροί οικονομολόγοι». Οι δύο πρωτοβουλίες συγκροτούν μια μορφή αριστερού κεϋνσιανισμού αναζητώντας «ρεαλιστικές» προτάσεις αντιμετώπισης της κρίσης (βλ. «έκκληση» 6/7 για το «αριστερό βήμα διαλόγου») οι οποίες σε διάφορες εκδοχές έχουν διατυπωθεί από αστούς οικονομολόγους. Οι προτάσεις αυτές α) είναι εθνικοπατριωτικές και όχι ταξικές, β) απευθύνονται προνομιακά προς την κυβέρνηση, γ) δεν αμφισβητούν τη διεθνή ένταξη της Ελλάδας στα πλαίσια της ΕΕ και άρα δεν θέτουν ζήτημα εξόδου από την ΕΕ, δ) δεν θέτουν καν το ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης και κάθε επίδοξου διαχειριστή του καθεστώτος από τους αγώνες των εργαζομένων.

Ε. Απαντώντας στις κριτικές στην «πρωτοβουλία αριστερών οικονομολόγων», ο συντάκτης του ΠΡΙΝ, και μέλος των δύο πρωτοβουλιών σ. Λ. Βατικιώτης κάνει με άρθρο του (ΠΡΙΝ 11/07) σαφές τον προνομιακό συνομιλητή των σχετικών εγχειρημάτων ξεχωρίζοντας την κριτική του Κώστα Καλλωνιάτη από την ΑΥΓΗ ως τη μόνη «καλόπιστη και δημιουργική». Ο σ. ΛΒ θέλοντας να μας πείσει ότι η «εσωτερική συνοχή» των σχετικών προτάσεων υποδεικνύει ότι δεν «αποτελούν όχημα για τη διάσωση του καπιταλισμού» θέτει την εξής απλοϊκή εξίσωση: έξοδος από το ευρώ, συν «παύση πληρωμών του χρέους και… επαναδιαπραγμάτευσή του με στόχο την μείωση ή και τη διαγραφή του», συν εθνικοποίηση τραπεζών για να μην καταρρεύσουν, συν φραγμοί στην κυκλοφορία των κεφαλαίων ώστε να μην διαφύγουν τα κεφάλαια στο εξωτερικό, συν αύξηση στη φορολόγηση του κεφαλαίου, συν υποτίμηση του νομίσματος, συν αυξήσεις μισθών και συντάξεων ώστε «να διαφυλαχθεί» η αγοραστική δύναμη από την υποτίμηση ίσον αντικαπιταλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση. Είναι η γνωστή συνοχή του ρεφορμισμού να βαφτίζει ως επαναστατικά μέτρα σωτηρίας του καπιταλισμού: Η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους είναι ένα ενδεχόμενο που ήδη τα αστικά επιτελεία μελετούν ή και προετοιμάζουν. Η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ προτείνεται ως λύση ανάγκης από αστούς οικονομολόγους (βλ. π.χ. Paul Krugman). Η εθνικοποίηση των τραπεζών έχει προταθεί ως μέτρο αντιμετώπισης της κρίσης (βλ. π.χ. Alan Greenspan). Αστοί οικονομολόγοι (βλ. π.χ. James Tobin) έχουν προτείνει φραγμούς στην κίνηση κεφαλαίων. Πιθανή οικονομική πολιτική για την αντιμετώπιση προβλημάτων ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου είναι η υποτίμηση του νομίσματος. Η αύξηση στη φορολόγηση κεφαλαίου έχει πάντα ως όριο της την κερδοφορία του κεφαλαίου ενώ γνωστή κορωνίδα της κεϋνσιανής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης (και του κινδύνου εξέγερσης «των από κάτω») είναι η ενίσχυση της ζήτησης μέσω μιας τέτοιας αναδιανομής που δεν θα θίγει τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ο σ. ΛΒ υπεραμυνόμενος της σύμπλευσης με το ΣΥΡΙΖΑ στο ζήτημα της ΕΕ, παραπέμπει σε δηλώσεις της Μέρκελ για τη σημασία της ΟΝΕ στη συνοχή της ΕΕ. Εντούτοις, η ΟΝΕ αποτελεί καθαυτή εκρηκτική αντίφαση εντός της ΕΕ: μη ενοποίηση νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, προς όφελος των χωρών υψηλής ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα της Γερμανίας, η οποία έχει οδηγήσει σε δραματική επιδείνωση του προβλήματος ανισομέρειας εντός της ΕΕ.

ΣΤ. Διαμέσου των στηλών του ΠΡΙΝ (4/07, 11/07 κ.λπ.) –το οποίο σε μεγάλο βαθμό έχει υποκαταστήσει τη λειτουργία της οργάνωσης– επιβάλλεται ως πολιτική επιλογή η διολίσθηση στο ρεφορμισμό, είτε μέσω της «πρωτοβουλίας αριστερών οικονομολόγων» είτε μέσω του «αριστερού βήματος διαλόγου». Η ΠΕ, καθυστερημένα, με απόφασή της (10/7) «εκτίμησε ότι το περιεχόμενο του κειμένου συγκρότησης [του ‘αριστερού βήματος διαλόγου’] (…) δεν δίνει τη βάση για ένα αριστερό ανατρεπτικό πλαίσιο πάλης». Πρόκειται για πολιτικές ακροβασίες καθώς πρώτον, η ΠΕ δεν καταγγέλλει ως ανταγωνιστικό προς την επαναστατική Αριστερά το «αριστερό βήμα διαλόγου» και δεύτερον, αρνείται να τοποθετηθεί επί του κειμένου των «αριστερών οικονομολόγων», το οποίο, όπως όλοι καταλαβαίνουν, αποτελεί τη βάση του «αριστερού βήματος διαλόγου». Άμεση συνέπεια είναι τελικά η «εναλλακτική πρόταση» που τίθεται να είναι μια… νέα πιο «αντικαπιταλιστική» πρωτοβουλία κοινής δράσης που διαφοροποιείται στις διακηρύξεις για το περιεχόμενο και την κοινοβουλευτική Αριστερά και όχι συνολικά σε ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο για το κίνημα. Η ΠΕ παραβλέπει επίσης ότι το πολιτικό πλαίσιο και των δύο πρωτοβουλιών περιγράφεται εδώ και καιρό και από διακηρύξεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ταυτόχρονα, η Εισήγηση του Γραφείου της ΠΕ αντί να βάλει την οργάνωση σε θέση μάχης για τη συγκρότηση των όρων ανατροπής της επίθεσης του κεφαλαίου, αναλώνεται, σε μεγάλο βαθμό, στην εκλογική διαδικασία και καταγραφή (ΠΡΙΝ 11/07). Αποσυνδέει την εκλογική κάθοδο στις δημοτικές-περιφερειακές εκλογές από στοιχειώδεις κινηματικούς όρους αφού δεν αρκείται στην πρόταση στήριξης ήδη υπαρκτών τοπικών σχημάτων αλλά προτάσσει και τη δημιουργία νέων «αντικαπιταλιστικών! ψηφοδελτίων» παραμονές των εκλογών!!! Απέναντι στις επερχόμενες εκλογές που θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά-ανασχετικά στην ανάπτυξη του κινήματος η απάντηση πρέπει να είναι: αποχή-άκυρο, εκτός από περιπτώσεις υπαρκτών τοπικών αντικαπιταλιστικών σχημάτων.

Ζ. Προϋπόθεση για την ηγεμονία μιας αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής γραμμής είναι η αυτοτελής της πολιτική συγκρότηση και η δημιουργία ανατρεπτικής-αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στο κίνημα. Μια τέτοια ενότητα –με το αντίστοιχο περιεχόμενο αλλά και τις μορφές που θα το υλοποιήσουν και αναπτύξουν– είναι αναγκαία σήμερα για τον κόσμο της εργασίας: Αυτοοργάνωση σε κάθε επίπεδο και συντονισμός «από τα κάτω», για την προώθηση της κοινωνικής αντίστασης και απειθαρχίας: Με περιεχόμενο που θα αμφισβητεί συνολικά τον καπιταλισμό και θα συνδέει τον αγώνα ενάντια στις απολύσεις και τη μείωση των μισθών με τη συνολική ανατροπή. Με παρέμβαση σε όλους τους χώρους που ζει, εργάζεται και διαμορφώνει συνείδηση ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία. Με αντιθεσμούς, όργανα της εργατικής πολιτικής στο κίνημα με συνελεύσεις σωματείων, επιτροπές στους χώρους δουλειάς και διαδικασίες βάσης, με πανεργατικό συντονισμό τους που μπορούν σήμερα να ενοποιηθούν σε ανεξάρτητα κέντρα αγώνα σε αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ο καπιταλισμός τις τελευταίες δεκαετίες, ο Δεκέμβρης και οι μεγάλες εργατικές απεργίες, επιβάλλουν να ανοίξει με νέους όρους η συζήτηση και η δράση για την εργατική πολιτική και να μην αρκεστούμε στις χρεοκοπημένες «ενωτικές» συνταγές του παρελθόντος.

ΖΕΡΒΑΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

ΖΗΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΚΑΛΑΜΠΑΛΙΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

ΜΙΑΜΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

ΤΣΕΣΜΕΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ

ΦΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ